keep from



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
keep from doing [sth] vi + prep (refrain)αποφεύγω να κάνω κτ περίφρ
  απέχω από το να κάνω κτ περίφρ
 I can't keep from eating ice cream.
keep [sb/sth] from doing [sth] vtr + prep (prevent)δεν αφήνω κπ/κτ να κάνει κτ περίφρ
  εμποδίζω κπ/κτ να κάνει κτ περίφρ
 The constant interruptions were keeping Alvin from doing his work.
 Οι συνεχείς διακοπές δεν άφηναν τον Άλβιν να κάνει τη δουλειά του.
 Οι συνεχείς διακοπές εμπόδιζαν τον Άλβιν να κάνει τη δουλειά του.
keep [sb/sth] from [sb/sth] vtr + prep (keep apart)κρατάω κπ/κτ μακριά από κπ/κτ έκφρ
 Dave's ex tries to keep him from his son.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
keep from laughing v expr (not laugh)συγκρατώ τα γέλια μου περίφρ
  κρατιέμαι να μη γελάσω περίφρ
 During that horrible performance, I could hardly keep from laughing.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'keep from' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση keep from στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «keep from».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!